Οι καταχωρίσεις βασίζονται στην έρευνα και στο υλικό του βιβλίου «Το Νησί των Αναμνήσεων – Island of Echoes».

Ο Σκάρκος γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Ο οργανωμένος οικισμός διέθετε δρόμους, πλατείες, κατοικίες και χώρους αποθήκευσης, ενώ τα ευρήματα μαρτυρούν ισχυρές επαφές της Ίου με τον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου.

Στον λόφο της σημερινής Χώρας αναπτύχθηκε οχυρωμένος οικισμός. Η θέση του προσέφερε προστασία και εποπτεία του γύρω χώρου, ενώ τμήματα του αρχαίου τείχους διατηρούνται μέχρι σήμερα μέσα στον σύγχρονο οικισμό.

Κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο η πόλη της Ίου επεκτάθηκε στον λόφο της σημερινής Χώρας. Στην κορυφή βρίσκονταν πιθανότατα δημόσια κτίρια και ο διοικητικός πυρήνας, ενώ το ισχυρό τείχος προστάτευε τον οικισμό.
Η σημερινή Χώρα έχει οικοδομηθεί πάνω και γύρω από την αρχαία πόλη της Ίου.

Το 1207 η Ίος καταλήφθηκε από τους Ενετούς και εντάχθηκε στο Δουκάτο του Αιγαίου, με έδρα τη Νάξο. Έτσι άρχισε μια μακρά περίοδος λατινικής και βενετικής πολιτικής επιρροής στις Κυκλάδες.

Σύμφωνα με την ιστορική αναφορά που παραθέτει το βιβλίο, το 1558 πειρατικές γαλέρες από τη Βόρεια Αφρική απήγαγαν τους κατοίκους της Ίου. Το νησί έμεινε ακατοίκητο, σε μία από τις δραματικότερες δημογραφικές τομές της ιστορίας του.

Κατά τη δεκαετία του 1570 οργανώθηκε η επανακατοίκηση της Ίου, έπειτα από την ερήμωση του 1558. Με εντολή του κυβερνήτη του Αιγαίου Αλή πασά εγκαταστάθηκαν στο νησί 200 Αρβανίτες. Οι πηγές που παρατίθενται στο βιβλίο τοποθετούν τη διαδικασία μεταξύ 1575 και 1579.

Μετά την επανακατοίκηση, οι ιστορικές πηγές καταγράφουν σταδιακή πληθυσμιακή ανάκαμψη. Το 1638 η Ίος είχε 300 κατοίκους και το 1673 περίπου 1.000. Άλλη πηγή υπολόγιζε περίπου 600 κατοίκους στο Κάστρο και 3.000 σε ολόκληρο το νησί, ενώ το 1770 καταγράφονται 300 οικίες στη Χώρα και 1.400 κάτοικοι συνολικά.

Κατά τη ρωσική παρουσία στο Αιγαίο, η Ίος εντάχθηκε στα νησιά του Αρχιπελάγους που υπάγονταν στη ρωσική διοίκηση. Για το 1772 καταγράφονται 300 οικογένειες στο νησί και εισφορά 1.151 πιάστρων προς τη Ρωσία, σημαντικά μικρότερη από τα ποσά που καταβάλλονταν προηγουμένως στους Οθωμανούς

Ο Ολλανδός βαρόνος Pasch van Krienen ισχυρίστηκε ότι πραγματοποίησε ανασκαφές στην Ίο και ανακάλυψε τον Τάφο του Ομήρου. Τον Αύγουστο του 1771 αποχώρησε από τη ρωσική υπηρεσία και την άνοιξη του 1772 μετέβη στο Λιβόρνο, μεταφέροντας έξι κιβώτια με αντικείμενα που απέδιδε στην ανακάλυψή του. Οι ισχυρισμοί του προκάλεσαν ενθουσιασμό, αλλά αργότερα αντιμετωπίστηκαν με έντονο σκεπτικισμό.

Στις 10 Απριλίου 1821 έφτασαν στην Ίο δύο πολεμικά πλοία από τις Σπέτσες. Ο Λούης Στάης επέστρεψε στο νησί στις 16 Απριλίου και στις 22 ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης. Η ενέργεια αυτή συνάντησε αντιδράσεις από μέρος των κατοίκων, καθώς υπήρχε φόβος για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για το νησί.
Πηγή φωτογραφίας: https://www.archaiologia.gr/

Το 1904 ο Βέλγος αρχαιολόγος P. Graindor πραγματοποίησε ανασκαφές στην αρχαία πόλη της Ίου, πάνω στα κατάλοιπα της οποίας έχει οικοδομηθεί η σημερινή Χώρα. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε, με έγγραφο του αρμόδιου Υπουργείου, αρχαιολογική συλλογή σε αίθουσα του δημαρχείου για τη συγκέντρωση και προστασία των διάσπαρτων ευρημάτων του νησιού.
Πηγή φωτογραφίας: https://cyclades.culture.gov.gr

Κατά τον 20ό αιώνα η Ίος χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας πολιτικών αντιπάλων. Το 1933 βρίσκονταν στο νησί 16 εξόριστοι, οι οποίοι συγκρότησαν «κολεκτίβα» για να επιβιώσουν. Ο αριθμός τους αυξήθηκε στους 180 κατά τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, ενώ εξόριστοι φιλοξενήθηκαν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά την περίοδο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών

Με διαταγή της 25ης Ιουλίου 1944, το Απόσπασμα Αιγαίου του Ιερού Λόχου ανέθεσε στους ανθυπολοχαγούς Μεταξά και Γκιάτα και στον λοχία Πατεράκη να πραγματοποιήσουν αναγνώριση στην Ίο και να έρθουν σε επαφή με αξιόπιστους κατοίκους. Στόχος ήταν η συλλογή πληροφοριών για τον εχθρό, την κατάσταση του πληθυσμού και τις δυνατότητες μελλοντικών επιχειρήσεων.
Η διαταγή επιχειρήσεων δημοσιεύεται κατόπιν αδείας από το ΓΕΣ/ΔΙΣ

Στις 9 Ιουλίου 1956, παλιρροιακό κύμα που προκλήθηκε από τον μεγάλο σεισμό έφτασε στην Ίο. Η στιγμή διασώζεται σε φωτογραφικό τεκμήριο που παρουσιάζεται στο βιβλίο και αποτυπώνει ένα σημαντικό φυσικό γεγονός στη νεότερη ιστορία του νησιού.

Κατά τη δεκαετία του 1960 δημιουργήθηκε η οδός που συνδέει τον Μυλοπότα με τον Γιαλό και χωρίζει τη Χώρα. Με την κατασκευή της καταστράφηκε ο παλιός μαρμαρόστρωτος δρόμος που συνέδεε την είσοδο του Αμοιραδάκειου Μεγάρου με την κεντρική πλατεία, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τη μορφή και την κυκλοφορία του οικισμού.

Το πρωί της 25ης Μαρτίου 1977 κλάπηκε από την εκκλησία του Χριστού η εικόνα της Παναγίας των Προφητών. Η υπόθεση συγκλόνισε την Ίο και έγινε αργότερα γνωστή στο ευρύ κοινό μέσα από την τηλεοπτική ταινία «Οι Ιερόσυλοι», που προβλήθηκε το 1983.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Αρχαιολογική Υπηρεσία ξεκίνησε τη σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα στην Ίο, υπό την πίεση της τουριστικής ανάπτυξης. Οι έρευνες αποκάλυψαν τον προϊστορικό οικισμό του Σκάρκου, ανάμεσα στον Κάτω και τον Πάνω Κάμπο, και έφεραν στο φως στοιχεία για την πολεοδομία και τη ζωή του κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.

Το 2008 το έργο διατήρησης και ανάδειξης του Σκάρκου έλαβε Βραβείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Europa Nostra. Ο αρχαιολογικός χώρος αναγνωρίστηκε ως εξαιρετικά καλά διατηρημένος προϊστορικός οικισμός, υπό την καθοδήγηση της αρχαιολόγου Μαρίζας Μαρθάρη.